υαλοστάσιο(ν)

υαλοστάσιο(ν)
το застеклённая рама, перегородка

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "υαλοστάσιο(ν)" в других словарях:

  • υαλοστάσιο — το 1. το πλαισίωμα και οι υαλοπίνακες που είναι προσαρμοσμένοι σ αυτό: Αλουμινένιο υαλοστάσιο μπαλκονόπορτας. 2. διάφραγμα ή τοίχος με τέτοια πλαίσια, τζαμαρία, τζαμιλίκι, τζαμωτό …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • υαλοστάσιο — το, Ν 1. πλαίσιο στο οποίο προσαρμόζονται οι υαλοπίνακες 2. διάφραγμα ή τοίχος κατασκευασμένος με υαλοπίνακες, κν. τζαμαρία ή τζαμλίκι. [ΕΤΥΜΟΛ. < ύαλος + στάσιο (< στάτης < ίστημι), πρβλ. κλιμακο στάσιο. Η λ., στον λόγιο τ. ὑαλοστάσιον …   Dictionary of Greek

  • -στάσιο — στάσιον, ΝΜΑ β’ συνθετικό ουδ. όλων τών περιόδων τής Ελληνικής το οποίο ανάγεται στο ρ. ἵστημι «στέκομαι, βρίσκομαι» και εμφανίζει τη συνεσταλμένη βαθμίδα στă τού ρ. (πρβλ. στά σις, στατός). Τα σύνθ. αυτά εμφανίζουν ως α συνθετικό ουσιαστικά (με… …   Dictionary of Greek

  • τζαμαρία — η, Ν 1. εξώστης ή άλλος χώρος κατοικίας που περιβάλλεται από υαλοπίνακες 2. χώρισμα, διάφραγμα με υαλοπίνακες 3. το υαλοστάσιο, το πλαίσιο στο οποίο στηρίζονται οι υαλοπίνακες 4. (μτφ. και ειρων.) τα ματογυάλια. [ΕΤΥΜΟΛ. < τζάμι + κατάλ. αρία …   Dictionary of Greek

  • τζαμλίκι — και τζαμιλίκι το, Ν το υαλοστάσιο, το πλαίσιο στο οποίο είναι τοποθετημένοι οι υαλοπίνακες. [ΕΤΥΜΟΛ. < τουρκ. čamlik] …   Dictionary of Greek

  • ύαλος — και ύελος, η / ὕαλος και ὕελος, ΝΜΑ, και ὕελλος, ἡ, μτγν τ. ὕαλος, ὁ, Α το γυαλί νεοελλ. 1. συνεκδ. υαλοπίνακας, τζάμι 2. φρ. «υφαιστειακή ύαλος» (πετρογρ.) υαλώδες πέτρωμα που σχηματίζεται από λάβα ή από μάγμα και έχει σύσταση παρόμοια με τη… …   Dictionary of Greek

  • υαλόφραγμα — το ατος, υαλοστάσιο (βλ. λ.) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • υαλόφραχτος — η, ο 1. που περικλείνεται ή καλύπτεται από υαλοπίνακες, που έχει υαλοπίνακες, ο τζαμωτός. 2. το ουδ. ως ουσ., υαλόφραχτο υαλοστάσιο (βλ. λ.) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»